λιμάρω


λιμάρω
[лимаро] р. пилить, подпиливать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λιμάρω" в других словарях:

  • λιμάρω — λιμάρω, λίμαρα και λιμάρισα βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λιμάρω — 1. ρινίζω, ακονίζω, ξύνω κάτι με τη λίμα 2. μτφ. φλυαρώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. limare «ακονίζω»] …   Dictionary of Greek

  • λιμάρω — λιμάρισα και λίμαρα, λιμαρισμένος, λειαίνω με λίμα, ακονίζω: Λιμάρισαν καλά όλες τις προεξοχές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επιρρινίζω — κάνω κάτι λείο ή στιλπνό με τη ρίνη (τη λίμα), λιμάρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ρινίζω «λιμάρω» Η λ. μαρτυρείται από το 1847 στον Γρ. Χαντσερή]· …   Dictionary of Greek

  • περιρρινώ — έω, Α ρινίζω, λιμάρω κάτι γύρω γύρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ῥινῶ «ρινίζω, λιμάρω»] …   Dictionary of Greek

  • αλιμάριστος — η, ο αυτός που δεν λιμαρίστηκε, δηλ. δεν λειάνθηκε με τη λίμα ή δεν είναι δυνατόν να λιμαριστεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + λιμαριστός < λιμάρω, λιμαρίζω] …   Dictionary of Greek

  • εκρινώ — ἐκρινῶ ( έω) (Α) [ρίνη] 1. κόβω ή τροχίζω με λίμα, λιμάρω, ρινίζω 2. κατατρώγω, καταναλίσκω …   Dictionary of Greek

  • λάτρα — η 1. φροντίδα, περιποίηση, υπηρεσία 2. καθαριότητα, καθάρισμα, συγύρισμα, μέριμνα για τις δουλειές τού σπιτιού («νερό για λάτρα» νερό μη πόσιμο, κατάλληλο μόνο για πλύση, καθαριότητα και κάθε άλλη χρήση στο σπίτι). [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού… …   Dictionary of Greek

  • λίμα — (Lima). Πόλη (6.863.363 κάτ. το 2001) και πρωτεύουσα του Περού καθώς και του ομώνυμου νομού (34.797 τ. χλμ. 7.617.193 κάτ.). Βρίσκεται στο προσχωσιγενές δέλτα του ποταμού Pίμακ, 10 χλμ. Δ της Kαλιάο. Διατηρεί το πολεοδομικό της σχέδιο σε σχήμα… …   Dictionary of Greek

  • λιμάρισμα — το 1. απόξεση ή λείανση με λίμα, ρίνιση 2. μτφ. φλυαρία, πολυλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιμάρω, κατά τα ουσ. σε ισμα (πρβλ. ακόν ισμα)] …   Dictionary of Greek